Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα αρθρογραφία. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα αρθρογραφία. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Πέμπτη 3 Νοεμβρίου 2011

ΜΑΘΗΜΑΤΑ ΙΣΤΟΡΙΑΣ

του Βασίλη Μακρή
Δεν είχαν περάσει καλά – καλά 12 ώρες από το διάγγελμα Παπανδρέου, στο οποίο πανηγύριζε για τη «νίκη της Ελλάδας» στη διάσκεψη της Ε. Ε. … Ένα διάγγελμα με προσεγμένες μία μία τις λέξεις που θα έλεγε, αφού ειδικά επιτελεία ψυχολόγων και επικοινωνιολόγων είχαν φροντίσει επιμελώς έτσι ώστε το πούλημα της χώρας να λέγεται διαπραγμάτευση, η κινεζοποίηση της κοινωνίας να ονομάζεται κούρεμα, η υποτέλεια στους γερμανούς γκαουλάιτερ, να ονομάζεται «καθημερινή επαφή με τη δύναμη σχεδιασμού»…
Δεν είχαν περάσει 12 ώρες, από τη στιγμή που τα τηλεοπτικά χαμόγελα μάς ανακοίνωναν πως είναι «ιστορική νίκη της χώρας και της κοινωνίας» το γεγονός, ότι θα έχουμε βιώσιμο χρέος το 2020, της τάξης του 120% του ΑΕΠ, ενώ το Σεπτέμβρη του 2009 (τότε που τα … «λεφτά υπάρχουν») δεν ήταν βιώσιμο παρά το γεγονός ότι ανερχόταν στο 117% του ΑΕΠ… Δεν είχαν περάσει 12 ώρες απ’ την ώρα που μας ανακοίνωναν ότι ο λαός δέχεται με υπομονή τις θυσίες, δηλαδή ότι δεχόμαστε να πάρουν το ψωμί των παιδιών μας απ’ το τραπέζι, τους μισθούς και τις συντάξεις μας, τα εργασιακά μας δικαιώματα…
Δεν είχαν περάσει 12 ώρες από το ξημέρωμα τη 28ης Οχτώβρη του 2011…
Ξαναζήσαμε σήμερα έναν παλμό, που τον αφουγκραζόμασταν μονάχα, για την 28η του Οκτώ-βρη του 1940. Βιώσαμε την ένταση, αυτού που πολλές φορές λέγαμε σε μονότονους λόγους, σε τυ-πικές σχολικές γιορτές, για «το ΟΧΙ που είπε ο λαός». Είχαμε τη σπάνια ευκαιρία να ζήσουμε την δύναμη των αυθεντικών συλλογικών πράξεων. Από την Ξάνθη μέχρι το Ηράκλειο, από τη Ρόδο μέ-χρι την Κέρκυρα, ο λαός βγήκε στους δρόμους σε ένα πρωτόγνωρο πανηγύρι, για να βροντοφωνά-ξει ΟΧΙ στη νέα κατοχή, ΟΧΙ στη χούντα που κυβερνάει τη χώρα. Ένα ΟΧΙ στην μετατροπή της χώρας σε προτεκτοράτο με την εποπτεία της Ε.Ε.. Ένα ΟΧΙ στη χειροτέρευση -  «κούρεμα» της ζωής των εργαζομένων, ένα ΟΧΙ στην αποδόμηση της Δημόσιας Παιδείας , Υγείας, Κοινωνικής Ασφάλισης. ΟΧΙ  στην απόγνωση που φέρνει η καπιταλιστική βαρβαρότητα.
Από τις μπάντες των δήμων, μέχρι τους μαθητές που έδειχναν τα οπίσθιά τους στην (πολύ ύφους) υπουργό, από τους απολυμένους και άνεργους νέους, μέχρι τα σωματεία των εργαζομένων, από την 80χρονη που χαστούκιζε το «όργανο» που την έσπρωξε, μέχρι τη σπαρακτική κραυγή μιας μάνας «πώς θα ζήσω το παιδί μου με 700 € ρεεεε..»
Όλοι και όλες ένωσαν τη φωνή τους και τη δύναμή τους σε μια εξελισσόμενη κοινωνική εξέ-γερση.
Κολοκοτρωναίοι και Καραϊσκάκηδες, αγκαλιά με τους αντάρτες του Άρη, η γροθιά του Πολυτεχνείου αντάμα με τα συνθήματα των μαθητών της φωτοτυπίας, το κλαρίνο της κλεφτουριάς και τα νταούλια της πλατείας Συντάγματος, δεμένα με την «ξαστεριά» του Ξυλούρη.
«Κι αχολόγαγε η Πίνδος σαν να’ χε ο Όλυμπος γιορτή» με το νέο «αέρα» της εποχής μας «αέρα – αέρα να φύγει η χολέρα».
Ναι,! αυτή μας η δύναμη έφτασε στ’ αυτιά τους. Τα μάτια τους σκοτείνιασαν από το φόβο. Τρέχοντας, έφευγαν από τους εμβληματικούς τους θρόνους. Και όσοι κατάφεραν να μείνουν στις θέσεις τους το κατάφεραν πίσω από σιδερόφραχτους πύργους και αστυνομικές προστασίες.
Έντρομο το πολιτικό σύστημα ρίχνει στη μάχη τα επιτελεία του και τις ειδικές μονάδες των ΜΜΕ. Αποτροπιάζει για το «διχασμό», για τους θεσμούς, για την αξιοπρέπεια της χώρας. Ανακα-λύπτουν «πανελλαδική συνωμοσία», και «κάποιους αριστεριστές που προχώρησαν και τους ακολούθησε ο κόσμος «μάλλον από περιέργεια» σημειώνει άναυδη η ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ….
Ποιοι τολμούν να μιλάνε διχασμό ! Αυτοί που έχουν χωρίσει την κοινωνία στο 1% του πλούτου και στο 99% των καταπιεσμένων. Αυτοί που μοιράζουν τη χώρα σε αποκλειστικές οικονομικές ζώ-νες με διαφορετικά εργασιακά και μισθολογικά δεδομένα. Αυτοί που διαχωρίζουν τους εργαζόμε-νους με «πιστοποιημένες αξιολογήσεις». Αυτοί που διαλύουν τις κοινωνίες σε ατομικές μονάδες, διαλύοντας κάθε μορφή συλλογικότητας και αλληλεγγύης.
Ποιοι τολμάνε να μιλάνε για θεσμούς και αξιοπρέπεια ! Αυτοί που για δεκάδες χρόνια τσαλαπατάνε κάθε έννοια ακόμα και της τυπικής τους δημοκρατίας για να κάνουν κολλητηλίκια, λαμογιές και σιχαμερά σκάνδαλα. Αυτοί που σκύβουν το κεφάλι στους διεθνείς τοκογλύφους και το κεφάλαιο. Αυτοί που ματοκυλάνε κάθε λα-ϊκή αντίδραση, που σφαγιάζουν κάθε δι-καίωμα.
Λειτουργούν σαν άλλοι γερμανοτσο-λιάδες της κατοχής, που κατηγορούσαν ως «εχθρούς της πατρίδας» αυτούς που κατέ-βασαν την ναζιστική σημαία από την Ακρόπολη :
 «Δεν είναι δυνατόν να ήσαν άνθρωποι με σώας τας φρένας αυτοί που υπηξαίρεσαν εν ώρα νυκτός, την Γερμανικήν σημαίαν,(…) Διότι μόνον παράφρονες ή όργανα ξένης προπαγάνδας ημπορούσαν να διαπράξουν μιαν τόσο επαίσχυντο (…) πράξιν (…) Το Ελληνικό Έθνος αποδέχθη την σημαίαν του Νέου Ράιχ, (…), ως σημαίαν ενός υπό πάσαν άποψιν μεγάλου και ανέκαθεν φίλου προς την Ελλάδα λαού, ως εν σύμβολον αποκαταστάσεως μιας ειρηνικής περιόδου, ως εν σύμβολον δικαιοσύνης (…) και πολιτισμού. Και είναι βέβαιον ότι αν ο δράσται του εγκλήματος της, περιήρχοντο εις χείρας του ελληνικού λαού, θα λυντσάροντο από αυτόν τον ίδιον ως εχθροί της πατρίδος μας». Από Εφημερίδα Βραδυνή την 2α  Ιουνίου 1941.
Ξαναδίνουν συνεντεύξεις για την ευρωπαική πορεία της χώρας, και για την ανάγκη να παραμεί-νουμε στην Ε.Ε., όπως ακριβώς, ο πληρεξούσιος των  γερμανών βιομηχάνων το 1942 : «Η Ελλάδα ανήκει σήμερα στον ευρωπαϊκό χώρο που ελέγχεται από τη Γερμανία και τις δυνάμεις του Άξονα. Πρέπει συνεπώς να ενταχθεί στον οικονομικό σχεδιασμό αυτής της περιοχής. Δεν πρέπει να επιτραπεί να πέσει η Ελλάδα σε πολιτικό και στρατιωτικό χάος». (Γερμανός γκαουλάιτερ Άλτεν-μπαχ, ομοικαταληκτών μετά του σημερινού Ράιχενμπαχ).
Και βέβαια μόνο γέλιο του τύπου των αμερικάνικων σήριαλ μπορεί να βάλει κανείς πίσω από τους καθεστωτικούς στρουθοκαμηλισμούς, περί πανελλαδικής συνομωσίας και μεμονωμένων αριστεριστών. Γιατί μόνο γέλιο μέχρι δακρύων προκαλεί η σκέψη ότι οι μπάντες των Δήμων προχώρησαν σε πανελλαδική μυστική σύσκεψη με θέμα να παιανίσουν το «σώπα όπου να’ναι θα σημάνουν οι καμπάνες», ενώ σίγουρα η 80χρονη στην Κοζάνη, που χαστούκισε το «όργανο», πρέπει να είχε, στα νιάτα της,  την εμπειρία του μαοϊκού αντάρτικου της Κολομβίας…
Αλλά ας αφήσουμε τα γέλια και ας αναστοχαστούμε σοβαρά.
Ζούμε ιστορικές στιγμές. Με όλο τον πόνο, την αγωνία και το φόβο που βαραίνει την πραγματικότητα. Αλλά ταυτόχρονα με όλο τον ηρωισμό, τη συλλογικότητα, τον αυθορμητισμό και την οργή που γεννιέται στις ψυχές μας. Οι εξουσίες κάνουν τη ζωή μας κόλαση, όπως την περιγράφουν τα λόγια των ζαπατίστας, από τα απελευθερωμένα δάση του Μεξικό :
«Εκεί ψηλά, οι από πάνω, δοκιμάζουν να επαναλάβουν την ιστορία τους.
Εκεί ψηλά, οι από πάνω, κηρύττουν για τους κάτω, την υποταγή, την ήττα κηρύττουν, την παράδοση και την παραίτηση. Όταν δεν μας ξεριζώνουν από τις ρίζες μας, τις καταστρέφουν.
Τη δουλειά μας κλέβουν, τη δύναμή μας.
Τους κόσμους μας, τη γη, τα νερά και τους θησαυρούς της, χωρίς ανθρώπους, χωρίς ζωή μας αφή-νουν. Οι πόλεις μάς καταδιώκουν και μάς εκτοπίζουν.
Ο κάμπος πεθαίνει και μας πεθαίνει.
Και το ψέμα μετατρέπεται σε κυβερνήσεις και οι στερήσεις όπλο γίνονται για τους στρατούς και τις αστυνομίες τους. Εδώ κάτω μένουμε χωρίς τίποτα. Μόνο οργή. Δεν υπάρχει αυτί για τον πόνο μας, παρά το αυτί όσων είναι σαν εμάς
».
Από το Δεκέμβρη του 2008 σημειώναμε αυτή την ογκούμενη εξέγερση. «…  ο βαθύς ταξικός και κοινωνικός διχασμός που δημιούργησαν οι πολιτικές των  κομμάτων  του αστικού μπλοκ εξουσίας, η βίαιη περιθωριοποίηση μεγάλων κομματιών της νεολαίας και εργαζομένων, οι βαθιές διαρθρωτικές αλλαγές στην οικονομία και οι συνέπειές της πάνω στους ανθρώπους, έχουν διαμορφώσει τους όρους για μια γενικευμένη κοινωνική αναταραχή.
Απ’ τη μια, το πολιτικό σύστημα δέχεται τριγμούς αφού όλα τα κόμματα του πολιτικού συστήματος, από τα κοινοβουλευτικά έως και όλες τις εκδοχές της αριστεράς, δεν μπορούν να ενσωματώσουν, ούτε να καρπωθούν την ογκούμενη και υπόγεια κοινωνική αγανάκτηση.
Τα τριτοβάθμια συνδικαλιστικά όργανα πιο πολύ εκφράζουν την δυνατότητα συναίνεσης και συνδιαλλαγής των κομμάτων του πολιτικού συστήματος, παρά ζωντανές διεργασίες στη βάση των εργαζόμενων ανθρώπων. Τα τριτοβάθμια συνδικαλιστικά όργανα έχουν γίνει κομμάτι του πολιτικού συστήματος, παράγουν κρατικούς συνδικαλιστές, διαμορφώνουν επικράτειες κοινού τόπου και κοινής γνώμης, και σε καμία περίπτωση δεν μπορούν να διαμορφώσουν όρους όπου οι πραγματικές διεργασίες στη βάση των εργαζομένων να βρίσκουν δρόμους έκφρασης και πραγμάτωσής τους.
Απ’ την άλλη οι καρδιές των ανθρώπων νιώθουν την ανάγκη να γίνει κάτι που θα αλλάξει τα πράγματα, αλλά με δυσκολία μπαίνουν στη διαδικασία να γίνουν οι ίδιοι μέτοχοι των εξελίξεων.
Τίποτα δεν μπορεί να γίνει με τον ίδιο τρόπο Κανένας δεν μπορεί να βρει δρόμο για αλλαγή, και ποια αλλαγή; Η αργή διαδικασία μιας νέας μεταπολίτευσης εξελίσσεται.»
Τα πράγματα όμως, έχουν αλλάξει. Έχουν προχωρήσει.  Η κοινωνία περνάει σε άλλη φάση. Η ανάγκη παραμερίζει το φόβο. Η αιώρηση δημιουργεί συνθήκες μιας νέας κοινωνικής αναδιοργά-νωσης. «…Ο  λαός ριζοσπαστικοποιείται, ιδίως η νεολαία, και αυτό είναι ό,τι πιο ελπιδοφόρο συμ-βαίνει γύρω μας. Φανταστείτε τη μαζική κινητοποίηση, από το ξέσπασμα της κρίσης έως σήμερα, σαν μια σειρά από κύματα: καθώς περνούν οι εβδομάδες, αυτά τα κύματα γίνονται ολοένα πιο πυ-κνά και βαθιά, διαρκούν περισσότερο, πηγαίνουν ψηλότερα και τα μεσοδιαστήματα μεταξύ τους είναι συντομότερα. Υπάρχουν διακυμάνσεις, βέβαια, αλλά η συνισταμένη τους σταθερά δείχνει πά-νω. Ο λαός ξυπνά, αφουγκράζεται, ζητά, αγωνίζεται», σημειώνουν πολιτικοί επιστήμονες. (εφ. Ελευθεροτυπία 23/11/2011)
Σε ποιο σημείο βρισκόμαστε; 
Ας κάνουμε μια θέαση από αρκετά ψηλά. Η αλλαγή σελίδας που σηματοδοτήθηκε από την πτώση του τείχους του Βερολίνου και την ενοποίηση της Γερμανίας χα-ρακτηρίζεται από την ιδεολογική, πολιτική και οικονομική κυριαρχία του νεοφιλελευθερισμού ως όχημα του κεφαλαίου στη νέα εποχή. Ένας δρόμος που αναπόφευκτα οδήγησε στη σημερινή καπιταλιστική κρίση. Ένας δρόμος που αναίρεσε τα διακυβεύματα και τις κατακτήσεις τριών μεγάλων κοινωνικών εγχειρημάτων που ηττήθηκαν. Της Γαλλικής Επανάστασης, της Αμερικανικής επανάστασης και της Οχτωβριανής επανάστασης. Δεν είναι δυνατό να συζητήσει κανείς, εδώ, για αυτά τα τρία κεφάλαια της ανθρωπότητας και για την αποτυχία τους. Αυτό που μπορούμε όμως να επισημάνουμε είναι ότι οι κοινωνικοί αγώνες μπήκαν στην νέα εποχή, χωρίς σταθερά συστήματα α-ναφοράς κάτω από τα πόδια τους. Αυτό είναι η αδυναμία αλλά και η δύναμη τους. Ο στροβιλισμός και η αιώρηση των κοινωνικών αγώνων γύρω από αυτό το πολιτικό κενό, μας οδηγεί στην επώδυνη γέννα και σύνθεση νέων κοινωνικοπολιτικών εγχειρημάτων. Από τα δάση του Μεξικό και το Σιατλ των ΗΠΑ, στις αρχές της δεκαετίας του ’90, μέχρι τις πλατείες των αγανακτισμένων κοινωνιών και την κατάληψη της Wall Street, ένα νέο φάντασμα πλανιέται πάνω από τον κόσμο.
Η κουβέντα για αμεσοδημοκρατική θέσμιση των συλλογικοτήτων, που διαπνέουν τις σχέσεις των ανθρώπων, έξω από τις στατικές και γραμμικές αντιλήψεις ενός φορέα που κατέχει την αδιαφι-λονίκητη, σταθερή, αιώνια και θεολογική αλήθεια, μπαίνει στο προσκήνιο.
Η αναζήτηση δικτυακής και συμβουλιακής θέσμισης της ανθρώπινης εργασίας, μπαίνει στο προσκήνιο.
Η διαμόρφωση των πολιτικών σωμάτων που θεσπίζουν την κοινωνική διεργασία, μπαίνει στο προσκήνιο.
Ας γυρίσουμε στα δικά μας.
Όλο το πολιτικό σύστημα που παρήχθηκε από τη μεταπολίτευση και μετά, δεν μπορεί να εγκολπώσει την κοινωνική εξέγερση που προκαλεί η κρίση.
Το κυρίαρχο μπλοκ εξουσίας δεν έχει καμιά αξιόπιστη λύση, την ίδια στιγμή που η αριστερά στις περισσότερες εκδοχές της στέκεται με φόβο, αν όχι με αντιπαλότητα στις κοινωνικές διεργασί-ες που αναζητούν πολιτικό υποκείμενο για μια νέα «έφοδο» της εργαζόμενης πλειοψηφίας.
Οι εξελίξεις είναι γρήγορες. Οι φόβοι πολλοί. Οι αγωνίες πάμπολλες. Η ανάγκη σφύζουσα. Ο δρόμος πολύς. Οι πύλες αδιάβατες.
 Πρέπει όμως να τις διαβούμε.
Εδώ είμαστε.! Τέκνα της ανάγκης και της οργής. Τέκνα του νεφελώματος που στροβιλίζεται και αφήνει παρακαταθήκες…
Ας γυρίσουμε στη στιγμή.
«Να φύγετε όλοι» ακουγόταν παντού, όχι από video της Αργεντινής του 2002, αλλά από την ψυχή μιας κοινωνίας που αμυδρά αρχίζει να βλέπει πίσω από το σκοτεινό βουνό, την ελευθερία της αμεσοδημοκρατι-κής ανασυγκρότησης, την ψευτιά της καπιταλιστικής δημοκρατίας, την ομορφιά της εξε-γερτικής συλλογικότητας.
Και στο τραγούδι μας, στα συνθήματά μας, που ακούστηκαν σε όλες τις πόλεις της χώρας, , ενώθηκαν  πάλι τα λόγια του subcommadante Marcos, από τα ζαπατιστικά δάση:

Αξιοπρέπεια μονάχα. Ο κανένας είμαστε.
Μόνοι είμαστε. Μόνοι με την αξιοπρέπεια και την οργή μας.
Οργή και αξιοπρέπεια είναι οι γέφυρές μας, οργή και αξιοπρέπεια είναι τα λόγια μας.
Ας ακούσουμε ο ένας τον άλλον λοιπόν. Ας γνωριστούμε τότε.
Να θεριέψει η οργή μας και ελπίδα να γίνει.
Ρίζα να γίνει ξανά η αξιοπρέπεια και νέο κόσμο να γεννήσει.
Είδαμε και ακούσαμε. Μικρή είναι η φωνή μας για να γίνει ηχώ αυτός ο λόγος, μικρή και η ματιά μας για τόση και τόσο αξιοπρεπή οργή.
Να ιδωθούμε, να κοιταχτούμε, να ακουστούμε: Αυτό μας λείπει.
 Αλλιώτικοι είμαστε, αλλιώτικες.
 Το άλλο είμαστε.
Αν ο κόσμος δεν έχει τόπο για μας, τότε άλλο κόσμο να φτιάξουμε.

Πέμπτη 29 Σεπτεμβρίου 2011

Αναφορικά με την ανεξαρτητοποίηση της ΠΑΣΚ δασκάλων

Ανεξαρτησία ή υποκρισία;
των Γιώργου Πολάκη και Γιώργου Τζωρτζακάκη



Πληθαίνουν οι δηλώσεις ανεξαρτητοποίησης των μελών της ΠΑΣΚ στο Δ.Σ. της ΔΟΕ, αλλά και σε κατά τόπους ΠΑΣΚ (π.χ. Σύλλογος Δελμούζος). Κανονικά θα έπρεπε να μας χαροποιεί μια τέτοια εξέλιξη. Επιτέλους αυτό που συμβαίνει στους δρόμους, στις πλατείες φαίνεται να επηρεάζει τα κλειστά κομματικά και παραταξιακά γραφεία. Επιτέλους κάποιοι που φώναζαν με όλη τους τη δύναμη είναι τιμή μου που είμαι ΠΑΣΟΚ (στο συνέδριο της ΔΟΕ τον Ιούνιο 2011), αυτοί που έβλεπαν κινδύνους στις κινητοποιήσεις του κόσμου, που δήλωναν ότι χωρίς το μνημόνιο δε θα πληρώνονταν οι συντάξεις και οι μισθοί (στοιχείο που είναι απολύτως ψευδές) άρχισαν να παίρνουν αποστάσεις από την κυβερνητική πολιτική. Όμως κάποιες δεύτερες σκέψεις, μας κάνουν να αμφιβάλλουμε, τόσο για τις προθέσεις των συγκεκριμένων διαφοροποιήσεων όσο και της λειτουργίας τους.

Ζήτηματα ιστορίας
1. Η δήλωση ανεξαρτητοποίησης της ΠΑΣΚ μας θύμισε τις ανάλογες ανεξαρτητοποιήσεις της φοιτητικής παράταξης του ΠΑΣΟΚ (ΠΑΣΠ) εκεί γύρω στο 1987 όταν το υπουργείο βρισκόταν σε ‘διάλογο’ με τους φοιτητές. Ανεξαρτητοποίηση που δεν εμπόδισε μετά από λίγο καιρό, την ΠΑΣΠ να κάνει εκδηλώσεις με κυβερνητικά στελέχη.
 2   Γιατί ανεξαρτητοποιήθηκαν τώρα, και όχι στο συνέδριο της ΔΟΕ τον Ιούνη;  Πίστευαν και διέδιδαν ότι το μνημόνιο και το μεσοπρόθεσμο δε θα επηρέαζαν τον πιο κακοπληρωμένο κλάδο. Τώρα συνειδητοποίησαν ότι τους έλεγαν ψέματα. Ότι με το μεσοπρόθεσμο έχουμε απώλειες ήδη 300 ευρώ και πλέον και με το μισθολόγιο μάλλον θα χάσουμε παρά θα κερδίσουμε.
Ποια η λειτουργία της διαφοροποίησης
Τώρα που κατάλαβαν ότι ο επίσημος πολιτικός φορέας τους έχει αποφασίσει να πληρώσει η εργαζόμενη κοινωνία το «μάρμαρο» της κρίσης και όχι τα λαμόγια που κερδοσκόπησαν, τι θα κάνουν;

• Θ’ αρχίσουν να βομβαρδίζουν με γράμματα όπου θα τους καλούν ν’ αναλάβουν τις ευθύνες τους;
• Δε θα τους κάνουν like στο facebook;
• Δε θα ξαναφωτογραφηθούν μαζί με υπουργούς και υφυπουργούς;
• Θα τους κρατήσουν μούτρα και δε θα ξαναπαίξουν μαζί τους, μέχρι να ξαναμπούν στον ίσιο δρόμο του σοσιαλισμού;
Υπενθυμίζουμε ότι ακόμα και στο τέλος Ιούνη, όταν διεξαγόταν το συνέδριο της ομοσπονδίας, και ήταν γνωστά κάποια μέτρα του μεσοπρόθεσμου, τα οποία θα μείωναν δραματικά τους μισθούς μας η ΠΑΣΚ δε θυμήθηκε να αντιδράσει. Πότε ξύπνησε;; Όταν ανακοινώθηκε η περικοπή κατά 50% του κινήτρου απόδοσης! Δηλαδή μείον 50 ευρώ το μήνα (αναδρομικά από 1.7.11). Όμως τα υπόλοιπα μέτρα του μεσοπρόθεσμου (εισφορές 3% στο σύνολο των ακαθάριστων αποδοχών αναδρομικά από 1/1, μείωση αφορολόγητου) προκαλούν πολύ μεγαλύτερη επιβάρυνση στους μισθούς μας.
Είναι ενδεικτικό ότι ακόμα και σήμερα που η κυβέρνηση έχει εξαπολύσει τη χειρότερη επίθεση ενάντια στον κόσμο της εργασίας (των δασκάλων μη εξαιρουμένων) αυτοί γράφουν στην τελευταία ανακοίνωση της ΔΟΕ (το κείμενο πέρασε και με την ψήφο της ΔΑΚΕ):

Καλούμε το Υπουργείο Παιδείας να ασχοληθεί με την ουσία της εκπαίδευσης η οποία υποφέρει από τα ανάλγητα μέτρα των μνημονίων και του μεσοπρόθεσμου και να μη χρησιμοποιεί την κρίση ως ευκαιρία για διαρκή λήψη όχι μόνο οικονομικών αλλά και θεσμικών μέτρων που επιφέρουν εργασιακό μεσαίωνα.
Όταν σε τέτοιες συνθήκες εσύ απλά ΚΑΛΕΙΣ το υπουργείο αντί για να προετοιμάζεις πιο σοβαρά την αντίδραση τότε αντιλαμβάνεστε ότι η δήλωση ανεξαρτησίας δεν είναι παρά σκέτη υποκρισία

Για να συντομεύουμε: Θεωρούμε ότι η διαφοροποίηση αυτή δεν είναι αφετηρία για αντιπαράθεση με τον επίσημο πολιτικό τους φορέα, για την οργάνωση νέων αγώνων, για τη συγκρότηση του μετώπου που θα υπερασπίζεται το δημόσιο τομέα. Μάλλον λειτουργεί ως ομπρέλα για να τους προστατέψει από τη διαμαρτυρία του κόσμου. Για να βγουν από το κάδρο του συνυπεύθυνου, για να φύγει η ρετσινιά του κυβερνητικού συνδικαλισμού, για να μη γίνουν και οι ίδιοι αποδέκτες της οργής του κόσμου. Είναι ενδεικτικό ότι το μέλος της 15μελούς γραμματείας της ΠΑΣΚ Δ. Ζανετούλης, σε ενημέρωση του ΔΣ του συλλόγου δασκάλων της Ρόδου που έκανε στις 6/9/11 (ανεξαρτητοποίηση της ΠΑΣΚ από ΠΑΣΟΚ), μας ανακοίνωσε ότι: Θα σας ενημερώσω για κάτι που εάν είχε συμβεί πριν τον Ιούνιο του 2011 το αποτέλεσμα των εκλογών στο σύλλογο Ρόδου (όπου η ΠΑΣΚ έχασε την πλειοψηφία) όσο και στο πανελλήνιο (όπου απώλεσε μια έδρα από το ΔΣ της ΔΟΕ) θα ήταν διαφορετικό! Αυτό τους ένοιαξε!
 Γι’ αυτό και η διαφοροποίηση τώρα, και όχι στο συνέδριο τον Ιούνη που θα έδινε άλλη δυναμική στο πρόγραμμα δράσης. Γι’αυτό και ανεξαρτητοποίηση και όχι πολιτική διαφοροποίηση όπως έκανε μια πολύ πιο αξιοπρεπής φουρνιά συνδικαλιστών του ΠΑΣΟΚ όταν εφαρμόστηκε το πρώτο σταθεροποιητικό πρόγραμμα το 1985 επί Σημίτη που δημιούργησε άλλα κόμματα. Η διαπλοκή ΠΑΣΟΚ – Παράταξης ΠΑΣΚ – Μηχανισμού Διοίκησης είναι μεγάλη. Σημειώνουμε ενδεικτικά:
• συναντήσεις της ΠΑΣΚ με την Υπουργό Παιδείας παράλληλα με το συνέδριο της ΔΟΕ,
• συνάντηση με υπουργό-υφυπουργό παιδείας στο συνέδριο της ΠΑΣΚ το Φλεβάρη του 2011
• συμμετοχή προϊσταμένων στο ψηφοδέλτια της ΠΑΣΚ
• πριμοδότηση μελών της ΠΑΣΚ στις κρίσεις διευθυντών
• Πλήρης ταύτιση με τις επιλογές της διοίκησης σε αρκετές περιπτώσεις

Όπως είναι προφανές όλα τα παραπάνω δε μπορούν να κρυφτούν πίσω από μια δήλωση ανεξαρτητοποίησης. Η ρετσινιά του κυβερνητικού συνδικαλιστή δε φεύγει μ’ ένα απλό πλύσιμο – δήλωση. Απαιτεί ακριβώς τις ενέργειες που έγιναν πριν και κατά τη διάρκεια της απεργίας του 2006 (συγκρότηση επιτροπών αγώνα, πολιτικοποίηση της αντιπαράθεσης, επιδίωξη συντονισμού με άλλους κλάδους, κινητοποίηση της κοινής γνώμης κτλ). Τίποτα από όλα αυτά δε συμβαίνει. Η ΠΑΣΚ λόγω της δύναμης που έχει (σε θεσμικό επίπεδο) θα μπορούσε άνετα να συνδράμει στην επανάληψη σκληρής αντίδρασης όπως έκανε το 2006. Αλλά συγνώμη! Τότε κυβέρνηση ήταν η ΝΔ όχι το ΠΑΣΟΚ……

  Συγχωρέστε μας τον τόνο του κειμένου. Δεν προέρχεται από την αντίληψη ότι έχουμε το αντικυβερνητικό και επαναστατικό αλάθητο, αλλά όταν και ο τελευταίος πολίτης αυτής της χώρας καταλαβαίνει ότι το επίδικο της συγκυρίας είναι η πτώχευση της κοινωνίας με όρους Μπανανίας, για να σωθούν οι τράπεζες και οι πιστωτές τότε η δήλωση ανεξαρτητοποίησης της ΠΑΣΚ από τους υπαλλήλους της Τρόικας και των τραπεζών απλά είναι χωρίς αντίκρισμα.


 Υ.Γ. Προκειμένου να γίνει αντιληπτή η υποκρισία της ΠΑΣΚ και να φανεί ότι η δήλωση ανεξαρτητοποίησης δεν είναι παρά μια συγκροτημένη κίνηση που εντάσσεται στο γενικότερο πολιτικό της λόγο συστήνουμε να διαβαστεί το κείμενο του συναδέλφου Αλεξάκη Δημήτρη: Ιδεολογική γραμμή της ΠΑΣΚ: Αδιέξοδα και αυταπάτες



 

Δευτέρα 19 Σεπτεμβρίου 2011

H έκθεση του ΟΟΣΑ για την ελληνική εκπαίδευση

 του σ. Γιώργου Καλημερίδη

Στις αρχές Αυγούστου, κυκλοφόρησε η έκθεση του ΟΟΣΑ για την ελληνική εκπαίδευση με τον τίτλο «Μαθητές με υψηλή απόδοση και επιτυχημένοι μεταρρυθμιστές στην εκπαίδευση». Η έκθεση αποτελεί μέρος των συνολικών προτάσεων του ΟΟΣΑ για την πορεία της ελληνικής οικονομίας και των αναγκαίων μέτρων που πρέπει να ληφθούν στο δημόσιο τομέα και τις αγορές  εργασίας για την αντιμετώπιση της καπιταλιστικής κρίσης. Άρα, οι εκπαιδευτικές προτάσεις του ΟΟΣΑ θα πρέπει να εξεταστούν μέσα από το πρίσμα της γενικής πολιτικής που προτείνουν διεθνείς καπιταλιστικοί οργανισμοί για τη συνολική ανασυγκρότηση του ελληνικού καπιταλισμού.
Από αυτήν  άποψη, η εκπαιδευτική παρέμβαση του ΟΟΣΑ έχει και συγκεκριμένη πολιτική στόχευση και ταξικό πρόσημο, παρά την προσπάθεια να  εμφανιστεί, η τελευταία, με όρους απλής προβολής αυτονόητων  μεταρρυθμιστικών πρακτικών που η ανωτερότητά τους έχει κριθεί από την επιτυχημένη εφαρμογή τους σε μια σειρά από χώρες. Η συγκεκριμένη έκθεση, αφενός παρέχει διεθνή νομιμοποίηση στην κυβερνητική επίθεση στο δημόσιο σχολείο, σε μια κρίσιμη συγκυρία για την ταξική αντιπαράθεση στο εκπαιδευτικό πεδίο, η οποία χαρακτηρίζεται από την ψήφιση του νόμου για την πανεπιστημιακή εκπαίδευση και από την υποχρηματοδότηση της δημόσιας εκπαίδευσης και αφετέρου λειτουργεί τροχιοδεικτικά, προετοιμάζοντας πολιτικά και ιδεολογικά το έδαφος για την προώθηση συνολικότερων ανατροπών στην κατεύθυνση του σχολείου και του πανεπιστημίου της αγοράς.
Ο ΟΟΣΑ προβάλλει ένα συνολικό εκπαιδευτικό πρόγραμμα στο επίκεντρο του οποίου βρίσκεται η ανασυγκρότηση της δομής και των μορφών κρατικού ελέγχου της εκπαίδευσης, με βάση τις αρχές του ιδιωτικοοικονομικού μάνατζμεντ, με σκοπό την εφαρμογή πολιτικών μείωσης του κόστους της παρεχόμενης εκπαίδευσης και ενίσχυσης της ικανότητας του αστικού κράτους να ελέγχει το αποτέλεσμα της εκπαίδευσης με στόχο την ανταπόκριση των εκπαιδευτικών διαδικασιών στις ανάγκες της διευρυμένης αναπαραγωγής του καπιταλιστικού καταμερισμού της εργασίας. Άρα, δεν έχουμε να κάνουμε με κάποιες επιμέρους αντιλαϊκές-αντιεκπαιδευτικές  ανατροπές, αλλά με μια προσπάθεια συνολικής αλλαγής «εκπαιδευτικού παραδείγματος», καθώς το «νέο» σχολείο οφείλει, όχι μόνο να ανταποκριθεί στις απαιτήσεις του κεφαλαίου και της αγοράς, αλλά και να υιοθετήσει στο εσωτερικό του, τις ίδιες αρχές της επιχειρηματικότητας και του αγοραίου ανταγωνισμού.

 Υποχρηματοδότηση - σχολική «αυτονομία» και επιθεωρητικός έλεγχος.
Η έκθεση προσδιορίζει, εξαρχής, το γενικό πλαίσιο των μεταρρυθμιστικών της προτεραιοτήτων για την ελληνική εκπαίδευση, πλαίσιο που συγκροτεί ταυτόχρονα και μια συγκεκριμένη στρατηγική αναδιάρθρωσης. Σε περίοδο κρίσης το βασικό ζητούμενο για τους συντάκτες της έκθεσης είναι η αντιμετώπιση των «δυσλειτουργιών» του συστήματος, δηλαδή η συνολική του αποδοτικότητα σε σχέση με τις ανάγκες του κεφαλαίου και τους περιορισμούς της δημοσιονομικής πειθαρχίας και μόνο προοπτικά, εφόσον υπάρξει ανάκαμψη ο στόχος θα πρέπει να είναι η ουσιαστική επένδυση στην εκπαίδευση. Με βάση αυτό το σκεπτικό, ο ΟΟΣΑ αποδέχεται την προώθηση των συγχωνεύσεων –καταργήσεων σχολικών μονάδων, την υποχρηματοδότηση της δημόσιας εκπαίδευσης και την ανάγκη να αυξηθεί η αναλογία των μαθητών ανά τάξη και το εργασιακό ωράριο των εκπαιδευτικών, χωρίς να διερευνά, παρά το επιστημονικοφανές ύφος της έκθεσής του, τις συνέπειες ενός τέτοιου προγράμματος από την άποψη της ποιότητας της παρεχόμενης εκπαίδευσης και  των μορφωτικών ανισοτήτων.
Η αποδοχή της υποχρηματοδότησης δε σχετίζεται, ωστόσο, μόνο με το ζήτημα της ποιότητας της δημόσιας εκπαίδευσης. Συγκροτεί και μια συγκεκριμένη μορφή κοινωνικής πειθάρχησης των εκπαιδευτικών και των σχολικών μονάδων στους στόχους της κρατικής πολιτικής για την εκπαίδευση. Οι περιορισμένοι πόροι και κυρίως η ανταγωνιστική χρηματοδότηση, με βάση συγκεκριμένα κριτήρια (ανταπόκριση σε συγκεκριμένους στόχους μάθησης- «επιτυχημένη» αξιολόγηση, αυξημένες εγγραφές μαθητών κτλ) διαμορφώνουν ένα ασφυκτικό περιβάλλον στην κατεύθυνση της κάμψης των συλλογικών αντιστάσεων και της παράλληλης εμπέδωσης επιχειρηματικών συμφερόντων στην παροχή και διεύθυνση του δημόσιου σχολείου. Ταυτόχρονα, προωθείται  μια ιδεολογία χαμηλών προσδοκιών γύρω από το τι πρέπει να περιμένει η κοινωνία από το δημόσιο τομέα γενικά, μετατρέποντας την εκπαίδευση από συλλογικό αγαθό, σε ζήτημα ατομικής ευθύνης, σωστών επιλογών και υπεύθυνης ανταπόκρισης στις απαιτήσεις του συστήματος.
Στο επίκεντρο των αλλαγών βρίσκεται η διαχειριστική αυτονομία των σχολικών μονάδων. Σύμφωνα με τους συντάκτες της έκθεσης, οι προϋπολογισμοί, η πρόσληψη προσωπικού και η επιμόρφωσή του θα πρέπει να αποκεντρωθούν άμεσα στο πεδίο του σχολείου ή αντίστοιχα σε συμπλέγματα/ ενότητες σχολικών μονάδων ανά περιοχή, προκειμένου να εξασφαλιστεί το κατάλληλο μέγεθος κάθε σχολικής μονάδας και ο «ορθολογικός» τρόπος χρήσης του εκπαιδευτικού προσωπικού. Προοπτικά, η χρηματοδότηση κάθε σχολείου θα πρέπει να βασίζεται στο αριθμό των εγγραφών του, έτσι ώστε να προωθηθεί ο ανταγωνισμός των σχολείων μεταξύ τους για την προσέλκυση «πελατών», δηλαδή των γονιών και των παιδιών τους. Με αυτό τον τρόπο τα «καλά» σχολεία με υψηλές αποδόσεις θα αμείβονται με υψηλότερες εγγραφές, άρα και χρηματοδότηση, ενώ τα λιγότερο επιτυχημένα θα υποχρηματοδοτούνται, θα χάνουν εγγραφές και προοπτικά θα συγχωνεύονται ή θα καταργούνται. Κεντρική φιγούρα στο νέο αυτό τρόπο οργάνωσης της εκπαίδευσης είναι ο διευθυντής μάνατζερ που με τις κατάλληλες ικανότητες διοίκησης εξασφαλίζει τη βιωσιμότητα της κάθε σχολικής μονάδας, αναζητεί επιπρόσθετους πόρους –χορηγίες, διασφαλίζει την πειθαρχία του εκπαιδευτικού προσωπικού στο «επιχειρησιακό πλάνο ανάπτυξης» του σχολείου και προσπαθεί να προσελκύσει «πελάτες» για το σχολείο του.  
Η διαχειριστική αυτονομία, συνεπώς, των σχολικών μονάδων δημιουργεί τις προϋποθέσεις για την ταξική διαφοροποίηση των σχολείων, την επιβολή του ανταγωνισμού ως βασικής αρχής για την οργάνωση των εκπαιδευτικών πρακτικών και τη διαμόρφωση μιας συγκαλυμμένης εκπαιδευτικής αγοράς που επιβραβεύει τα «επιτυχημένα» σχολεία, τα οποία βρίσκονται πάντα σε μεσοαστικές περιοχές με αντίστοιχη μαθητική σύνθεση. Η αγορά και το επιχειρηματικό μάνατζμεντ ανάγονται, εν ολίγοις, σε κανονιστικές αρχές ρύθμισης όλου του εκπαιδευτικού συστήματος. Με αυτό τον τρόπο, τα μορφωτικά δικαιώματα επαναπροσδιορίζονται, με όρους αποτελεσματικών καταναλωτικών επιλογών μέσα στο πλαίσιο των διαφοροποιημένων σχολικών αγορών.  
Η διαχειριστική αυτονομία των σχολικών μονάδων προϋποθέτει και την ελαστικοποίηση των εργασιακών σχέσεων των εκπαιδευτικών και τον αυστηρό επιθεωρητικό έλεγχο της εργασίας τους. Η αλλαγή στο καθεστώς προσλήψεων (με βάση συνεντεύξεις –πλάνα μαθημάτων, κατάθεση αιτήσεων πρόσληψης ανά σχολείο), η  ανανέωση της επάρκειας των πανεπιστημιακών τίτλων κάθε εκπαιδευτικού μετά από ένα χρονικό διάστημα, η σύνδεση της επιμόρφωσης με τους στόχους του νέου σχολείου και την επαγγελματική εξέλιξη των εκπαιδευτικών, η συσχέτιση της αξιολόγησης των μαθητών με το εκπαιδευτικό έργο και ο ατομικός μισθός που θα υπολογίζεται με βάση την επίτευξη συγκεκριμένων στόχων προσδιορίζουν ένα εξοντωτικό εργασιακό περιβάλλον, με ανταγωνιστικές σχέσεις στο εσωτερικό των ίδιων των εκπαιδευτικών και με πιθανή την προοπτική των απολύσεων, μετά από συνεχείς αρνητικές αξιολογήσεις. Ο «επιτυχημένος» εκπαιδευτικός θα είναι αυτός που θα έχει εκείνες τις  διδακτικές δεξιότητες για να μετατρέψει στους γενικούς στόχους του αναλυτικού προγράμματος σε συγκεκριμένα μετρήσιμα αποτελέσματα, χωρίς να διερευνά, απαραίτητα, το περιεχόμενο και τις ιδεολογικές προϋποθέσεις αυτών των γενικών στόχων.

Αξιολόγηση – τυποποίηση και ποσοτικοποίηση της εκπαιδευτικής διαδικασίας.  

Η φιλελευθεροποίηση σε επίπεδο εργασιακών σχέσεων και η διαχειριστική αποκέντρωση, που προβάλλει ο ΟΟΣΑ, συνοδεύονται από προτάσεις για την ενίσχυση του κρατικού ελέγχου στο πεδίο του αναλυτικού προγράμματος.  Ειδικότερα, προτείνουν τη γενίκευση της αυτο-αξιολόγησης, η οποία θα πρέπει να συμπληρωθεί παράλληλα από ένα εξωτερικό σύστημα πολλαπλών ελέγχων και αξιολογήσεων. Θα πρέπει να καθιερωθεί ο εξωτερικός έλεγχος των σχολικών μονάδων από ειδικό σώμα επιθεωρητών κάθε τέσσερα χρόνια και να επιβληθούν εξωτερικές τυποποιημένες αξιολογήσεις μαθητών, σε βασικά στάδια της εκπαίδευσης τους, στα μαθήματα της γλώσσας, των μαθηματικών και των επιστημών, αξιολογήσεις οι οποίες θα πρέπει να συνδέονται άμεσα με την εκτίμηση του έργου τόσο των εκπαιδευτικών, όσο και των σχολείων. Ευρύτερα, προβάλλεται η αναγκαιότητα να υπάρξουν συγκεκριμένα ποσοτικά δεδομένα για κάθε διάσταση της σχολικής και διδακτικής πράξης, προκειμένου να ελέγχεται ο βαθμός επίτευξης των κεντρικών στόχων του αναλυτικού προγράμματος, δεδομένα τα οποία θα πρέπει να δημοσιοποιούνται, συγκροτώντας, παράλληλα, την «αντικειμενική» βάση της γονικής επιλογής σχολείου και της κρατικής επιβράβευσης των «πετυχημένων» σχολείων και εκπαιδευτικών.
Κατά συνέπεια το σχολείο που οραματίζεται ο ΟΟΣΑ είναι ένα σχολείο διαρκών εξετάσεων, ποσοτικών δεδομένων, ταξινομήσεων και δεικτών μέτρησης, προκειμένου να εξασφαλιστεί ο κρατικός έλεγχος στο περιεχόμενο της εκπαίδευσης, με σκοπό τον προσανατολισμό των εκπαιδευτικών διαδικασιών, συνολικά, στις ανάγκες του κεφαλαίου. Την ίδια στιγμή, αυτή η εμμονή στο ποσοτικό και στα «αντικειμενικά» δεδομένα, ανάγει τα ζητήματα που σχετίζονται με τη σχολική γνώση σε προβλήματα απλής διαχείρισης δεδομένων και αντικειμενικών αξιολογήσεων, έξω από συμφέροντα, συγκρούσεις και ταξικές σχέσεις εξουσίας και ιδεολογικής κυριαρχίας. Η εξεταστικοκεντρική, τεχνοκρατική οπτική του ΟΟΣΑ επιδιώκει να νομιμοποιήσει συγκεκριμένες ταξικά καθοριζόμενες επιλογές στο αναλυτικό πρόγραμμα ως τις μόνες δυνατές και εφαρμόσιμες.
Σε μια άλλη συγκυρία, η έκθεση του ΟΟΣΑ θα ήταν μια ακόμη έκθεση γνωστών νεοφιλελεύθερων και νεοσυντηρητικών εκπαιδευτικών θέσεων. Σήμερα, το μεγαλύτερο μέρος των προτάσεων του υλοποιείται ήδη από την κυβέρνηση του ΠΑ.ΣΟ.Κ . Υπό αυτή την έννοια, η συγκεκριμένη έκθεση προσδιορίζει τους όρους της ταξικής αντιπαράθεσης στο μορφωτικό πεδίο, αναδεικνύοντας ταυτόχρονα τις ιστορικές ευθύνες της Αριστεράς και ιδιαίτερα της επαναστατικής και ριζοσπαστικής πτέρυγάς της.








ΤΟ ΣΧΕΔΙΟ ΤΟΥ ΝΕΟΥ Π.Δ ΓΙΑ ΤΗ ΔΙΟΙΚΗΣΗ ΤΗΣ ΕΚΠΑΙΔΕΥΣΗ

του σ. Χρήστου Ρέππα
  
   Το σχέδιο Π.Δ για τη Διοίκηση του νέου σχολείου  που παρουσιάζει το Υπουργείο Παιδείας  είναι ενταγμένο στη συνολική πολιτική, εκπαιδευτική και ευρύτερη, της κυβέρνησης και αποτελεί προσπάθεια εξειδίκευσης της στη διοίκηση της εκπαίδευσης. Πρόκειται για έναν παροξυσμό αυταρχισμού , αντιδημοκρατικότητας και απαξίωσης του όποιου υπολείμματος εργασιακού δικαιώματος που δεν έχει ιστορικό του ανάλογο σε τίποτε άλλο,  παρά μόνο στα Π.Δ της χούντας. Το λεγόμενο νέο σχολείο που προπαγανδίζει εδώ και χρόνια η ηγεσία του ΥΠΔΜΘ δεν είναι  παρά το σχολείο που υπηρετεί το καπιταλιστικό κέρδος , υποτάσσει τα πάντα στη λογική του και την αύξησή του , το ανάγει σε απόλυτη αξία και σκοπό της ζωής. Ένα τέτοιο σχολείο στη λειτουργία του και τη φυσιογνωμία του δεν μπορεί να έχει αποτυπωμένα όλα τα παρακμιακά και αντικοινωνικά στοιχεία της κοινωνίας που υπηρετεί.
      Το νέο σχέδιο Π.Δ για τη διοίκηση της εκπαίδευσης σφραγίζεται από τη νεοφιλελεύθερη πολιτική στην πιο αντιδραστική της εκδοχή και από την προσπάθεια υλοποίησης του αποκεντρωμένου καλλικρατικού κράτους στην εκπαίδευση. Σχολείο φθηνό, αυταρχικό , αντιδημοκρατικό και υποταγμένο στις απαιτήσεις της αγοράς.
      Αυτό το σχολείο χτίζεται πάνω στη βαθιά απαξίωση όλων των πλευρών και παραγόντων της εκπαιδευτικής διαδικασίας εκπαιδευτικών , μαθητών , γονιών. Θέλει εκπαιδευτικούς απόλυτα απαξιωμένους στον παιδαγωγικό τους ρόλο, ισοπεδωμένους ως προς την εργασιακή τους αξιοπρέπεια , απλά αντικείμενα των εντολών της διοίκησης χωρίς δικαιώματα και καταδικασμένους  ως εργαζόμενους  στη φτώχεια,  να παλεύουν μέσα σε συνθήκες διάλυσης της δημόσιας εκπαίδευσης, χωρίς πλέον να έχουν ούτε τα στοιχειώδη (π.χ βιβλία). Το νέο σχέδιο Π.Δ προσπαθεί να τους μετατρέψει σ’  άβουλους και υποταγμένους υπαλληλάκους της κρατικής εκπαιδευτικής πολιτικής και της κυρίαρχης ιδεολογίας.  Άβουλους υπαλληλάκους  που θα μεταδίδουν το πνεύμα της υποταγής  στους μαθητές τους και θα τους προετοιμάζουν για να αποδεχτούν ως φυσικό και αιώνιο γεγονός την εκμετάλλευση , τη φτώχεια , την ανεργία καθώς και όλα τ’ άλλα «αγαθά» της αγοραίας καπιταλιστικής κοινωνίας.    
     Γίνεται προσπάθεια να δημιουργηθεί ένα μοντέλο διοίκησης που εξαλείφει κάθε στοιχείο εργασιακής δημοκρατίας μέσα στο σχολείο , και να φτιαχτεί ένα σχολείο εργασιακό κάτεργο στο οποίο δεν θα υπάρχει λόγος και φωνή διαφορετική απ’ αυτή του κράτους και της αγοράς. Το μοντέλο διοίκησης που προτείνεται έχει δύο βάθρα για να στηριχτεί: την οικονομική εξαθλίωση των εκπαιδευτικών και τη διοικητική τρομοκρατία, η οποία εμφανίζεται  με όλο και πιο απεχθείς και φασίζουσες μορφές (βλ. εγκύκλιο για την απαγόρευση των πολιτικών συζητήσεων στα σχολεία και την ενεργοποίησή της από τη Διεύθυνση Δ.Ε Πειραιά) Το Π.Δ για τη διοίκηση του σχολείου έχει την προϊστορία του.     
     Το ΠΑΣΟΚ , παρά τη λαϊκίστικη κοινωνική δημαγωγία, του πρωταγωνίστησε στην προσπάθεια ανατροπής των εργασιακών δικαιωμάτων των εκπαιδευτικών και την απαξίωση της δημοκρατίας στο σχολείο. Οι όποιες μεταρρυθμίσεις  πραγματοποίησε στην πρώτη περίοδο της εξουσίας του δεν έφεραν καμιά ουσιαστική δημοκρατία στο σχολείο. Εφάρμοσε μοντέλα τεχνοκρατικής διοίκησης μέσα από τα οποία προσπάθησε να παγιδεύσει τα αιτήματα των πρώτων χρόνων της μεταπολίτευσης , να εκμαυλίσει το περιεχόμενό τους και να τα μετατρέψει σε στηρίγματα του επιχειρούμενου αστικού εκσυγχρονισμού της δεκαετίας του 80 στην εκπαίδευση. Η αποτυχία της σοσιαλδημοκρατικής του πολιτικής πυροδότησε τις συντηρητικές τάσεις και την άνοδο του νεοσυντηρητικού – νεοφιλελευθέρου ρεύματος  στην ελληνική κοινωνία και εκπαίδευση. Με τη δημιουργία και την προσπάθεια εφαρμογής των Π.Δ του ν.1566/85 εγκαινίασε την προσπάθεια να πνιγεί η εργασιακή δημοκρατία στο σχολείο να υποταχτεί ο παιδαγωγικός ρόλος του εκπαιδευτικού στο πλαίσιο της δημοσιοϋπαλληλικής ιδιότητας , να δημιουργηθεί ο εκπαιδευτικός που απαρέγκλιτα ακολουθεί το μοντέλο της κρατικής διδακτικής και άβουλα τις επιταγές της διοίκησης. Η αποτυχία της εφαρμογής των Π.Δ του 1566/85 έδωσε τη σκυτάλη στον Κοντογιαννόπουλο και τον Σουφλιά να προχωρήσουν σε ανάλογα εγχειρήματα και η ανατροπή της κυβέρνησής τους επανάφερε και πάλι τη σκυτάλη για ανάλογες επιλογές στο νεοφιλελεύθερο – σημιτικό  ΠΑ.ΣΟ.Κ. Τα Π.Δ της εποχής Αρσένη και όλο το εγχείρημα της λεγόμενης μεταρρύθμισής του επιχείρησαν και πάλι τη βαθιά απαξίωση του εκπαιδευτικού (εργασιακή και παιδαγωγική) Παρά τη μεγάλη αύξηση της ελαστικής εργασίας στην εκπαίδευση το εκσυγχρονιστικό – νεοφιλελεύθερο όραμα  για ένα σχολείο απόλυτα υποταγμένο στις απαιτήσεις της αγοράς δεν επιτεύχθηκε, τουλάχιστον στο βαθμό που θα επιθυμούσε η εκσυγχρονιστική εξουσία της εποχής.
      Η σημερινή εκπαιδευτική πολιτική της κυβέρνησης Παπανδρέου προσπαθεί να πιάσει το νήμα όλων των προηγούμενων νεοφιλελευθέρων – νεοσυντηρητικών εγχειρημάτων των δεκαετιών του 90 και 2000 και να πάρει τη ρεβάνς  για την αποτυχία τους. Μια ρεβάνς που στοχεύει στην ολοκληρωτική διάλυση της δημόσιας παιδείας και τη δημιουργία ακραίων συνθηκών εργασιακής γαλέρας στα σχολεία. Μια προσπάθεια οπισθοδρόμησης και σκοταδισμού που ακριβώς εξαιτίας αυτού του προσανατολισμού της έχει ως φυσικό της σύμμαχο την παραδοσιακή δεξιά και , κυρίως, την ακροδεξιά. Απηχεί τη σκοταδιστική και αντιδημοκρατική τους λογική.

      Η διάλυση των εργασιακών σχέσεων μαζί  με την οικονομική εξαθλίωση των εκπαιδευτικών είναι βασικός πολιτικός στόχος της κυβέρνησης. Το σχέδιο Π.Δ προχωρά την υλοποίηση αυτού του στόχου. Στο σημείο αυτό ο διοικητικός αυταρχισμός φτάνει στο αποκορύφωμά του. Με τη δαμόκλειο σπάθη του πειθαρχικού οι εκπαιδευτικοί εξαναγκάζονται να εργαστούν και πέραν του οκταώρου. Στο άρθρο 18 (παρ.1-2) προβλέπονται δύο εξαιρετικά αυταρχικά μέτρα

«Οι συνεδριάσεις της συνέλευσης των διδασκόντων και οι ενημερωτικές συναντήσεις μεταξύ εκπαιδευτικών και ασκούντων τη γονική μέριμνα των μαθητών  πραγματοποιούνται τις ώρες μεταξύ 17:30 μ.μ. έως και 20:30 μ.μ..  Στις σχολικές μονάδες με κύρια απογευματινή λειτουργία οι δραστηριότητες του πρώτου εδαφίου πραγματοποιούνται τις ώρες μεταξύ 09:30 π.μ. έως και 12:30 μ.μ.. Η παρουσία των εκπαιδευτικών στις ανωτέρω δραστηριότητες είναι υποχρεωτική. Η αδικαιολόγητη απουσία των εκπαιδευτικών και η διενέργεια των ανωτέρω δραστηριοτήτων εντός του διδακτικού ωραρίου της σχολικής μονάδας συνιστούν πειθαρχικά παραπτώματα.»

« Σε περίπτωση απουσίας εκπαιδευτικού η αναπλήρωση στα διδακτικά του καθήκοντα γίνεται με εντολή του διευθυντή από εκπαιδευτικό της ίδιας σχολικής μονάδας, κατά προτίμηση της ίδιας ή συναφούς ειδικότητας, που έχει κενό στο ημερήσιο διδακτικό ωράριο εργασίας του. Η άρνηση συμμόρφωσης στο ανωτέρω εκπαιδευτικό καθήκον συνιστά πειθαρχικό παράπτωμα»

   Δεν είναι μόνο η θεσμοθέτηση συνθηκών εργασιακής βαρβαρότητας αλλά και η προσπάθεια του Υπουργείου να εξοικονομήσει ώρες και προσωπικό ώστε να κλείσει ακόμη  περισσότερα σχολεία , όπως έκανε και πέρσι με το σχέδιο συγχωνεύσεων σχολικών μονάδων. Με τις πρόσφατες κυβερνητικές επιλογές και ο εκπαιδευτικός μετατρέπεται σε κρατικό υπάλληλο που σημαίνει ότι η οργανική του θέση δεν είναι πια στο συγκεκριμένο σχολείο που του είχε δοθεί αλλά γενικά στο κράτος. Αυτό δίνει τη δυνατότητα μεγάλων και συνεχόμενων μετακινήσεων , μετατρέπεται σε κατεξοχήν εργαζόμενο λάστιχο που μπορεί να συμπληρώνει ώρες από σχολείο σε σχολείο ή να μετακινείται και εκτός νομού ανάλογα με τις ανάγκες σε διδακτικό προσωπικό που κανονικά θα έπρεπε να καλύπτεται με διορισμούς μόνιμου προσωπικού. Η πρόσφατη εγκύκλιος του Υ.Π.Δ.Μ.Θ  για το πλεονάζον διδακτικό προσωπικό ακριβώς αυτό το δρόμο για εργασιακή περιπλάνηση και καταστροφή της σταθερής και μόνιμης εργασίας στην εκπαίδευση.  
    Ο Σύλλογος Διδασκόντων ουσιαστικά καταργείται από συλλογικό όργανο διοίκησης και αποφάσεων στο σχολείο.  Στο σημείο αυτό έχει σημασία να προσέξουμε και τη γλωσσική αλλαγή που υιοθετείται στο κείμενο και που ασφαλώς δεν είναι μόνο γλωσσική αλλά αντανακλά τη νέα θεσμική πραγματικότητα που επιδιώκεται να διαμορφωθεί. Αντί του όρου Σύλλογος Διδασκόντων υιοθετείται ο όρος Συνέλευση των Διδασκόντων , μια απλή δηλ. συγκέντρωση των διδασκόντων χωρίς κανένα αποφασιστικό χαρακτήρα και καμιά δύναμη απέναντι στην εξουσία του διευθυντή. Η συνέλευση αυτή δεν είναι όργανο διοίκησης του σχολείου. Μπορεί να συμβάλλει στην υλοποίηση των κατευθύνσεων της εθνικής εκπαιδευτικής πολιτικής, δηλ. της κρατικής αστικής πολιτικής, να διαπιστώνει και ν΄ αξιολογεί τις σχολικές ανάγκες , ν αποφασίζει για θέματα φοίτησης , να εισηγείται για το είδος της ενδοσχολικής επιμόρφωσης που θα ακολουθηθεί από τη συγκεκριμένη σχολική μονάδα ,  κατανέμει τα μέλη  του σε ομάδες , από τις πέντε αρμοδιότητες που έχει η Συνέλευση των Διδασκόντων μόνο η μία είναι αποφασιστική κι αυτή γιατί δεν μπορεί να γίνει αλλιώς. Στην ουσία η Συνέλευση των Διδασκόντων είναι αποψιλωμένη από αποφασιστικές αρμοδιότητες.
    Μετά τη λήξη της συνέλευσης και πάλι τα μέλη της μετατρέπονται σε εξατομικευμένες οντότητες και απλά αντικείμενα των εντολών της διοίκησης. Υιοθετείται το μοντέλο της μονοπρόσωπης συγκεντρωτικής διεύθυνσης  με διευθυντές που θα λειτουργήσουν ως ιμάντες όχι μόνο της διοίκησης και του Υπουργείου αλλά και της αγοράς και των επιχειρηματικών συμφερόντων που θα διαβαίνουν την πόρτα του σχολείου μπροστά στη φτώχεια , την αδυναμία αντιμετώπισης στοιχειωδών αναγκών. Έτσι ο διευθυντής είναι εκτός από διοικητικός προϊστάμενος είναι και οικονομικός μάνατζερ που θα εξασφαλίζει τη χρηματοδότηση του σχολείου μέσω του δρόμου της ιδιωτικής αγοράς. Θα πρέπει να εξασφαλίσει χορηγούς για το σχολείο , να βρει χρήματα από τους γονείς  και να τους πείσει ότι θα πρέπει πληρώσουν για την εκπαίδευση των παιδιών τους  μιας και «αγκύλωση» της δημόσιας και δωρεάν αφού συστηματικά υπονομεύτηκε τα περασμένα χρόνια μέσα από την υποχρηματοδότηση και τη μιντιακή συκοφάντηση ήρθε τώρα να πάει περίπατο οριστικό. Η κατάσταση που σήμερα έχει διαμορφωθεί με την υποχρηματοδότηση της εκπαίδευσης δημιουργεί σοβαρές προϋποθέσεις για να εξωθηθούν τα πράγματα προς την ιδιωτικοποίηση της λειτουργίας των σχολείων.
     Ο Διευθυντής της σχολικής μονάδας σύμφωνα με το σχέδιο  Π.Δ «είναι ο διοικητικός και πειθαρχικός προϊστάμενος», εισηγείται «στο αρμόδιο όργανο την ανάθεση υποχρεωτικών υπερωριών στους εκπαιδευτικούς», και ευθύνεται «για την κατάρτισης της Έκθεσης Αξιολόγησης της σχολικής Μονάδας». Οπλίζεται με τις εξουσίες των προϊσταμένων Γραφείων Εκπαίδευσης και καλείται να λειτουργήσει κατασταλτικά , υλοποιώντας τα κυβερνητικά σχέδια για διάλυση των εργασιακών σχέσεων και της δημόσιας παιδείας. Ο Διευθυντής της σχολικής μονάδας επίσης  « δεν ασκεί , κατ’ αρχήν διδακτικά καθήκοντα» Αποκόπτεται έτσι εντελώς από το εκπαιδευτικό έργο , χάνει δηλ. την επαφή με την κυριότερη πλευρά της διαδικασίας που διοικεί. Έτσι αποξενώνεται ακόμα περισσότερο από το υπόλοιπο εκπαιδευτικό σώμα και γραφειοκρατικοποιείται. 
     Το σχέδιο Π.Δ για τη διοίκηση της εκπαίδευσης  είναι ένα σημαντικό κομμάτι από παζλ των μικρών και μεγάλων εγκλημάτων που καθημερινά διαπράττει η κυβέρνηση ενάντια στη δημόσια εκπαίδευση. Ενός παζλ που περιλαμβάνει την εμπορευματοποίηση της Ανώτατης Εκπαίδευσης, όπως εκφράζεται με τον πρόσφατο Νόμο – Πλαίσιο για τα Α.Ε.Ι , την προσπάθεια να καταργηθεί η δωρεάν διανομή σχολικού βιβλίου , την εξάπλωση της μαύρης εργασία στην εκπαίδευση , την καλλικρατική αποκέντρωση που θα φορτώσει σιγά – σιγά τα βάρη λειτουργίας των σχολείων  στους γονείς και τους δημότες. Ένα ολόκληρο πλαίσιο ιστορικών κοινωνικών κατακτήσεων πάει να γκρεμιστεί εν μία νυκτί με ύπουλο τρόπο. Αυτό ακριβώς είναι το έργο της σημερινής κυβέρνησης. Και αυτό προϋποθέτει αυταρχισμό , διοικητική καταστολή , πνίξιμο της δημοκρατίας και της παιδαγωγικής ελευθερίας στους χώρους της εκπαίδευσης. Το διοικητικό μοντέλο είναι καθρέπτης των στόχων που προωθούνται για το εκπαιδευτικό σύστημα σε γενικότερο επίπεδο.           
     Το παπανδρεικό ολοκληρωτικό μόρφωμα δίνει σήμερα ένα λυσσαλέο αγώνα εναντίον του κόσμου της εργασίας. Αγώνα με πρωτοφανή ταξικό μίσος για τον λαό  και με απόλυτη προσήλωση στα συμφέροντα του κεφαλαίου , κυρίως στην εγχώρια και διεθνή τοκογλυφία. Είναι αδίστακτο, ανάλγητο  και απόλυτα αποφασισμένο να σπρώξει στο γκρεμό τον κόσμο της εργασίας και της εκπαίδευσης , αφαιρώντας του και το τελευταίο υπόλειμμα κοινωνικής κατάκτησης. Σπέρνει την εξαθλίωση και τη φτώχεια , κυβερνά, όντας μειοψηφία, με το φόβο, το ψέμα και τον πολιτικό εκβιασμό. Στο χώρο της εκπαίδευσης στοχεύει στην ολοκληρωτική διάλυση της δημόσιας παιδείας , τη λειτουργία της οποίας θεωρεί εμπόδιο για την καπιταλιστική κερδοφορία. Η νεοφιλελεύθερη εγκληματική πολιτική του δεν έχει κανένα φραγμό, ηθικό ή πολιτικό, και σταματά εκεί που θα του βάλει φραγμό ο ίδιος ο κόσμος της εργασίας. Αυτό είναι και το μεγάλο ζητούμενο για μας σήμερα.                                                                                                

Πέμπτη 31 Μαρτίου 2011

πειραματικά σχολεία


Οπισθοδρόμηση  και Κοινωνικός Δαρβινισμός
Αυτή είναι η παιδαγωγική τους αντίληψη και ιδεολογία.
22/02/2011
Μιχάλη Η. Παπαδόπουλου
 Το πρόσφατο νομοσχέδιο για την ανασυγκρότηση των Πειραματικών σχολείων αποπνέει  σκόνη, μούχλα  και  παλαιάς κοπής  ελιτισμό ή και λογιοτατισμό,  που σε άλλες εποχές θα είχε εμπνεύσει  τον Κωστή Παλαμά σε νέα «Σατυρικά Γυμνάσματα».  Η γραφικότητα , ωστόσο, καταντά  φενάκη και παγίδα όταν  βαφτίζεται  «αναβάθμιση και ίδρυση Προτύπων» και εφαρμόζεται στα ανυποψίαστα  κεφάλια των παιδιών μας.  Από πού να ξεκινήσει  κανείς για αυτό το κείμενο που πρεσβεύει δήθεν νέες παιδαγωγικές αντιλήψεις.
Ο θεσμός των «Προτύπων» λειτούργησε σε παλαιότερες εποχές , κυρίως  τη δεκαετία του ’50 και του’ 60,  όταν η  μέση εκπαίδευση,  αγαθό των λίγων  δεν επαρκούσε για να καλύψει όχι μόνο τις  μορφωτικές ανάγκες της εργατικής οικογένειας, αλλά ακόμη και της ίδιας της αστικής και μεγαλοαστικής τάξης που ουσιαστικά κυβερνούσε αυτόν τον τόπο. Καθώς τα ιδιωτικά σχολεία ήταν λίγα και δεν επαρκούσαν, επιστρατεύτηκαν οι κρατικές δομές, για να δημιουργηθούν «Πρότυπα σχολεία»  σύμφωνα με το Γερμανικό παράδειγμα, για να φοιτήσουν είτε «χαρισματικά» παιδιά  είτε  παιδιά των ελίτ , με τη φιλοδοξία να  αποτελέσουν σύμφωνα με τους εμπνευστές τους,  οι προπομποί  των αυριανών ηγετών.   Δεν είναι, λοιπόν, παράξενο ότι ο ίδιος  ο τέως βασιλιάς Κωνσταντίνος  φοίτησε στη  Σχολή Αναβρύτων, ένα δημόσιο Πρότυπο σχολείο. Σε ένα κοινωνικό σύστημα επομένως , που έθετε αξεπέραστα εμπόδια στην εργατική και την αγροτική οικογένεια, για να μορφώσει τα παιδιά της στη Μέση αλλά και στη Ανώτατη εκπαίδευση, τα Πρότυπα διαιώνιζαν τον φιλελεύθερο  μύθο του «φτωχού χαρισματικού»  και έδιναν   την ευκαιρία στα παιδιά της  αστικής  και μεγαλοαστικής τάξης να συνεχίσουν σε ανώτερες ή και ανώτατες σπουδές  προσόν απαραίτητο και μόνο για την ένταξη στον Δημόσιο Τομέα υπηρεσιών.   Η επέκταση της μόρφωσης , καθολικό αίτημα των κοινωνικών αγώνων τη δεκαετία του 1960  σε όλο τον κόσμο απασχόλησε την ελληνική πολιτεία για ένα πολύ σύντομο διάστημα, στο σύντομο πέρασμα της Ένωσης Κέντρου (1964-1965) από την εξουσία. Η κατάργησή των Προτύπων το 1982 δεν υπήρξε τόσο το  αποτέλεσμα της πολιτικής βούλησης της τότε κυβέρνησης , όσο της από τα πράγματα αχρήστευσης του κοινωνικού τους ρόλου, αφού οι πρόσβαση στη Μέση εκπαίδευση  ήταν πλέον μαζική και η απαίτηση για επέκταση της πανεπιστημιακής εκπαίδευσης σε ευρύτερα κοινωνικά στρώματα ήταν πια δεδομένη. 
Να όμως που η ιστορία επαναλαμβάνεται σαν φάρσα. Η περιβόητη αξιολόγηση  γίνεται η σημαία και το βασικό εργαλείο των νέων Προτύπων Σχολείων.  Μια αξιολόγηση που θα αφορά κυρίως στα καθήκοντα και την εργασία των εκπαιδευτικών, μια αφόρητη γραφειοκρατική διαδικασία που θα εξαντλεί αλλά και θα εξανδραποδίζει τον  δάσκαλο του Πειραματικού, ο οποίος θα πρέπει να δίνει συνεχώς  εξετάσεις για τη δεκτικότητα του στους ορισμούς του υπουργείου και στην «εργασιακή ευελιξία».  Σε αντίθεση με τα υπόλοιπα σχολεία, όπου οι εκπαιδευτικοί απλά δεν θα τυγχάνουν των ωφελημάτων της θετικής αξιολόγησης, στα Πειραματικά οι εκπαιδευτικοί κάθε πέντε χρόνια θα κρίνονται και τα αποτελέσματα θα έχουν ως συνέπεια ακόμη και τον εξοβελισμό τους από το σχολείο.
Το σχολικό ωράριο θα γίνει λάστιχο με δυνατότητα  να προγραμματιστούν    ώρες εργασίας ακόμη και το απόγευμα χωρίς βέβαια να προβλέπεται αντίστοιχη αύξηση του μισθού.
Καμιά κουβέντα για κρατική χρηματοδότηση, αφού όπως φαίνεται τα πειραματικά θα αποτελέσουν  το πείραμα εφαρμογής χορηγιών και αγοραιοποίησης  της δημόσιας παιδείας.
Τα  υπάρχοντα  Πειραματικά θα αξιολογηθούν με οικονομικά και ιδεολογικά κυρίως κριτήρια κατά πόσο δηλαδή εφάρμοσαν την αξιολόγηση και   τα νέα  κελεύσματα του υπουργείου.  Μη πειραματικά σχολεία,  επίσης,  θα μπορούν να φέρουν τον τίτλο του «Προτύπου»,  εάν πληρούν τις παραπάνω προϋποθέσεις.
Τα Πρότυπα Γυμνάσια και  Λύκεια θα δέχονται μαθητές με εξετάσεις και τεστ δεξιοτήτων.  Ποιοι  θα εξετάσουν και με ποια κριτήρια την ετοιμότητα ενός παιδιού να παρακολουθήσει  το σχολικό μάθημα των Προτύπων ;  Πώς θα εξασφαλιστεί το αδιάβλητο και η αξιοπιστία της εξέτασης ; Ποια μέθοδος μπορεί να  αποφανθεί για την ιδιοφυία ενός νεαρού εφήβου . Το τεστ IQ μήπως; Αυτή είναι η παιδαγωγική τους φιλοσοφία; Όποιος μπορεί να λύσει μαθηματικά προβλήματα ή γνωρίζει ιστορικά γεγονότα πάνω από τον μέσο όρο μπορεί και να θεωρηθεί «άριστος»; 

Σε μια εποχή που η παιδεία αποτελεί όχι μόνο κοινωνικό αγαθό αλλά και όρος επιβίωσης σε έναν κόσμο ακατάσχετης πληροφορίας και οπτικής επίδρασης το ελληνικό υπουργείο πρωτοτυπεί ιδρύοντας «σχολεία των  ελίτ», των παιδιών που απλά θα έχουν την οικονομική δυνατότητα να ανταποκριθούν σε άλλη μια εξέταση.   Γιατί σήμερα με την επικράτηση της φροντιστηριακής παιδείας δεν μιλάμε πλέον  για « χαρισματικό», αλλά για έναν νέο που από την εφηβεία του δοκιμάζεται σε πλήθος εξετάσεων, όπως το Lower, το Proficiency, τα DELF κ.ά., για να ανταποκριθεί στον σκληρό ανταγωνισμό της αγοράς εργασίας.

Ο Μιχάλης Παπαδόπουλος είναι Φιλόλογος στο Πειραματικό Λύκειο Αναβρύτων, Δρ. Παιδαγωγικής

εξαιρετικό κείμενο

Παρασκευή 18 Φεβρουαρίου 2011

Άρθρο στα Νέα της Λέσβου (Παρασκευή 18/02/2011)


Η εκπαίδευση στα χρόνια του μνημονίου
…ή πως το ρετσινόλαδο βαφτίζεται λικεράκι!

Αριστείδης Ν. Σγατζός
Δάσκαλος, Δρ. Κοινωνικής Ανθρωπολογίας
μέλος της Ριζοσπαστικής Παρέμβασης εκπαιδευτικών Λέσβου


“Αυτοί που παίρνουν το ψωμί από το τραπέζι
Μας διδάσκουν να ευχαριστιόμαστε με τα λίγα
Εκείνοι που γι αυτούς προορίζεται η πλούσια διανομή ζητούν θυσίες
Εκείνοι που τρώνε μέχρι σκασμού μιλούν στους πεινασμένους
για τους ωραίους καιρούς που θα έρθουν.
Εκείνοι που οδηγούν τη χώρα στην στην άβυσσο
λένε πως η διακυβέρνηση μιας χώρας
είναι πολύ δύσκολη για τους κοινούς ανθρώπους.
(...)
Αυτοί που σας πήραν το βιβλίο από το χέρι
σας κατηγορούν γιατί μείνατε αδιάβαστοι!”
Μπ. Μπρεχτ

Η επιλογή της κυβέρνησης και του Υπουργείου για συγχωνεύσεις – καταργήσεις σχολείων βρίσκεται σε πλήρη εξέλιξη. Με συνοπτικές διαδικασίες προσπαθεί να εξαφανίσει από το νέο Καλλικρατικό χάρτη της εκπαίδευσης δεκάδες σχολεία, τόσο στην επαρχία, όσο και στα αστικά κέντρα.
 Η εκπαίδευση αλλάζει. Γι’ αυτό άλλωστε, οι εκτεταμένες συγχωνεύσεις και καταργήσεις συνοδεύονται από μια μεγάλη τομή στη διοικητική δομή της εκπαίδευσης ώστε να μπορεί να προωθηθεί το σχολείο της αγοράς.
Το σχολείο που χρηματοδοτείται από τον κρατικό προϋπολογισμό θέλουν να γίνει μια μακρινή ανάμνηση.  Τη θέση του να πάρει το σχολείο που αναζητά και εξασφαλίζει το ίδιο τη χρηματοδότησή του είτε από τους γονείς είτε από τους χορηγούς είτε και από τους δύο.
Το σχολείο της γειτονιάς όπου σ’ αυτό πήγαιναν οι μαθητές των περιοχών που βρίσκονταν στα όρια του, θέλουν να απαλειφθεί. Τώρα τα όρια των σχολείων θέλουν να γίνουν πιο «ευρύχωρα». Να είναι εύκολες και νόμιμες οι μετακινήσεις του μαθητικού πληθυσμού από το ένα σχολείο στο άλλο ώστε να ευνοούνται οι συγχωνεύσεις και οι συμπτύξεις. Άλλωστε, δεν είναι μακριά από τις κυβερνητικές προθέσεις το κουπόνι του μαθητή όπου το σχολείο θα χρηματοδοτείται ανάλογα με τον αριθμό των μαθητών που θα έχει και ο μαθητής θα μπορεί να διαλέγει το σχολείο. Δημιουργείται μια τεραστίων διαστάσεων συγκεντροποίηση και ασφυκτικός έλεγχος ώστε τίποτα απολύτως να μην μπορεί να ξεφύγει από τις βασικές κρατικές επιταγές. Η ηλεκτρονική κάρτα των σχολείων που καταγράφει τα πάντα, οι υπερεξουσίες στο διευθυντή και η ελαχιστοποίηση των δικαιωμάτων του συλλόγου διδασκόντων, η αξιολόγηση και η χρηματοδότηση των σχολείων με βάση αυτή, η κατάργηση των οργανισμού εκδόσεων σχολικών βιβλίων και η κατάργηση του δωρεάν βιβλίου, το κουπόνι του μαθητή, οι συνεχείς μειώσεις στην επιχορήγηση των σχολικών επιτροπών και τελικά ο Καλλικράτης της εκπαίδευσης, όλα συνηγορούν στη δημιουργία ενός σχολείου εμπορικού κέντρου, με μαθητές πελάτες και εκπαιδευτικούς πωλητές, με αργυρώνητους μέντορες – χαφιέδες για τους ανυπότακτους! Ένα σχολείο που θα πρέπει να προσαρμόζεται στις απαιτήσεις και στις ανάγκες της αγοράς για να υπάρξει.
Οι στόχοι των συγχωνεύσεων – καταργήσεων: Λιγότερα σχολεία, λιγότερα «έξοδα- βλέπε δαπάνες», μεγαλύτερα τμήματα μαθητών - περισσότερα μαθησιακά ελλείμματα, εξαφανισμένοι αντισταθμιστικοί – υποστηρικτικοί θεσμοί, λιγότεροι εκπαιδευτικοί, εκπαιδευτικοί σε διαρκή ομηρία και περιπλάνηση αφού θα μειωθούν δραστικά οι οργανικές θέσεις άρα και η δυνατότητα για μεταθέσεις-αποσπάσεις.
Πως προωθείται αυτό το σχέδιο: Στην επαρχία με μαζικές καταργήσεις σχολείων που ήδη είδαν το φως της δημοσιότητας. Το να κλείσει ένα σχολείο δεν είναι δείγμα προόδου αλλά οπισθοδρόμησης. Οι σχολικές μονάδες και ιδιαίτερα οι σχολικές μονάδες στις μικρές κοινωνίες δεν είναι μόνο κτίρια και συγκεκριμένοι αριθμοί εκπαιδευτικών και μαθητών. Αποτελούν – ή με άλλες πολιτικές θα μπορούσαν να είναι - ζωντανά κύτταρα πολιτισμού. Από αυτή την άποψη, το μαζικό κλείσιμο των σχολικών μονάδων με τη λογική του «ψεκάστε – σκουπίστε τελειώσατε» αποτελεί το πιο ακραίο παράδειγμα εγκατάλειψης συγκεκριμένων περιοχών και διεύρυνσης των ενδοπεριφερειακών ανισοτήτων, απαξίωσης, εγκατάλειψης και εν τέλει ολοσχερούς αφανισμού της δημόσιας υποδομής για την οποία οι κάτοικοι και οι εκπαιδευτικοί προσδοκούσαν κάποια στιγμή να αναβαθμιστεί (στέγη για τον εκπαιδευτικό, επαρκής συγκοινωνία κτλ).
Κι εδώ έρχομαι να απαντήσω ειδικότερα στο άρθρο της Διευθύντριας Π.Ε. Λέσβου κ. Αναστασίας Τσολερίδου που δημοσιεύθηκε την Τετάρτη 16.02.2010 στα Νέα της Λέσβου.
Η Προϊσταμένη προσπαθώντας να πείσει την κοινωνία της Λέσβου για τις συγχωνεύσεις των σχολικών μονάδων διαλέγει τον πιο εύκολο αντίπαλο. Την ρομαντική ηθικοπλαστική οπτική για το παλιό καλό σχολείο του χωριού και ξιφουλκεί εναντίον της για να την στήσει με σχετική ευκολία στον τοίχο. Με την χαρακτηριστική ευκολία που χρόνια τώρα το Παιδαγωγικό Ινστιτούτο της χώρας μας προχωρεί σε διακηρύξεις, η κ. Διευθύντρια επιλέγει κάποιες απ’ αυτές και τις χρησιμοποιεί ως κοινώς αποδεκτές παραδοχές. Το άρθρο της βρίθει τέτοιων «αξιωματικών» παραδοχών όπως για παράδειγμα «Στόχος του σημερινού σχολείου είναι η ισόρροπη ανάπτυξη του γνωστικού και ψυχοκινητικού τομέα των μαθητών…» Εξαιρετική η στοχοθεσία, και κοινότοπη ταυτόχρονα. Μόνο που το ίδιο το Υπουργείο έχει παραδεχθεί ότι έχει αποτύχει πλήρως. Γι αυτό και αλλάζει τα αναλυτικά προγράμματα που η προηγούμενη κυβέρνηση του ΠΑΣΟΚ ψήφισε και η κυβέρνηση της ΝΔ εφάρμοσε. Η κ. Τσολερίδου υποστηρίζει πως «…(στόχος είναι για το μαθητή) η ικανότητα να μαθαίνει πώς να μαθαίνει σε ένα οικονομικό και κοινωνικό περιβάλλον ευμετάβλητο, όπου η διαχείριση της γνώσης και της πληροφορίας καθίσταται δεξιότητα κεφαλαιώδους σημασίας». Δε θα σχολιάσω το ευμετάβλητο περιβάλλον (μέρες μνημονίου, που με ευθύνη της κυβέρνησης σύγχρονων Κουίσλιγκ δε ξέρουμε τι μας ξημερώνει, είναι σαν να μιλάμε στο σπίτι του κρεμασμένου για σχοινί). Ως δάσκαλος νιώθω σφοδρά ενοχλημένος όταν υποβιβάζομαι από παιδαγωγός σε εκπαιδευτή, όταν η παιδεία μετατρέπεται σε διαδικασία απόκτησης δεξιοτήτων, όταν η απόκτηση και δημιουργία γνώσης μετατρέπεται σε διαχείριση γνώσης και πληροφορίας.
Στη συνέχεια του άρθρου της η κ. Τσολερίδου συνεχίζει τον εύκολο δρόμο. Χρησιμοποιεί ως επιχείρημα των συγχωνεύσεων τον απαρχαιωμένο τρόπο λειτουργίας των ολιγοθέσιων σχολείων. Μόνο που απέναντι στην εκπαίδευση που στηριζόταν στον εκπαιδευτικό πατριωτισμό των δασκάλων στα χωριά, αντιπαραθέτει την ντυμένη με τα παχιά λόγια του Παιδαγωγικού Ινστιτούτου εκπαιδευτική δυστοπία του σχολείου της αγοράς. Κι είναι φυσικό αυτό όταν είσαι τοπικό στέλεχος μιας κυβέρνησης της οποίας ο αντιπρόεδρος βγάζει την αναλογία εκπαιδευτικών μαθητών κάνοντας μια απλή διαίρεση, ξεχνώντας τι σημαίνει νησιωτικότητα, ξεχνώντας τι σημαίνει ύπαιθρος. Είναι δε και αναγκαία προϋπόθεση, για να συνεχίζεις να υπηρετείς μια κυβέρνηση που φυλακίζει παιδιά στα υπόγεια του 1ου Δημοτικού μέχρι τις 2 παρά τέταρτο, στα πλαίσια του αναμορφωμένου προγράμματος, που κάνει πως δεν βλέπει μια ολόκληρη γενιά παιδιών στο 5ο Δημοτικό που κάνουν μάθημα μέσα στα κουτιά που αποκαλούνται προκάτ κτίρια, κι ούτε λόγος να γίνεται φυσικά για τα νήπια που στοιβάζονται στα ακριβοπληρωμένα γκαράζ και τα μπακάλικα.
Κυρία Τσολερίδου: Το πρόγραμμα της κυβέρνησής σας για την παιδεία δεν είναι μονόδρομος. Δεν είναι επιστημονικό επιχείρημα το ότι «…δεν μπορούν να υλοποιηθούν τα νέα εκπαιδευτικά προγράμματα». Επιστημονικό είναι να σχεδιάσεις εκπαιδευτικά προγράμματα που να ανταποκρίνονται στις ανάγκες των ανθρώπων στη πόλη και το χωριό, των εργαζομένων και των αγροτών. Τι λέει το επιχείρημά σας: Εμείς σχεδιάσαμε νέα εκπαιδευτικά προγράμματα αλλά επειδή δεν μπορούν να εφαρμοστούν σε κάποια σχολεία …καταργούμε τα σχολεία. Δεν πέρασε από κανενός το νου… να φτιαχτούν νέα εκπαιδευτικά προγράμματα προσαρμοσμένα στους ανθρώπους που επιμένουν να ζουν στη Βατούσα, την Πελόπη, το Λισβόρι… τα Κουφονήσια: Και ξέρετε γιατί δεν πέρασε από το μυαλό να φτιαχτούν τέτοια προγράμματα; Γιατί κοστίζουν. Γιατί υπηρετούν άλλους κοινωνικούς στόχους. Γιατί ο μονόδρομος του μνημονίου, της Ε.Ε., του Ευρώ, της κερδοφορίας των εργολάβων, των τραπεζών του κεφαλαίου συνολικά έχει επιβληθεί σαν οδοστρωτήρας. Η Διευθύντρια της Πρωτοβάθμιας Εκπαίδευσης αυτή την πολιτική υπηρετεί με τις αποφάσεις της, αυτή την πολιτική δικαιολογεί με το άρθρο της.

Υ.Γ
Το άρθρο αυτό γράφηκε τις μέρες προετοιμασίας της πανεκπαιδευτικής απεργίας στις 22-23 Φεβρουαρίου και για αυτό άφησα κατά μέρος ειδικότερες επιστημονικού ή μεθοδολογικού τύπου ενστάσεις μου όπως π.χ. αυτή που αφορά την απαξιωτική αναφορά της κ. Τσολερίδου στις έρευνες που αφορούν μελέτες περίπτωσης, δηλαδή τον κύριο όγκο των ποιοτικών ερευνών που αντιπροσωπεύουν ότι πιο σύγχρονο στις κοινωνικές επιστήμες. Εκτός αν κάποιοι προτιμάνε το Γιάννης κερνά, Γιάννης πίνει των χρηματοδοτούμενων ερευνών (πριν από το ΕΠΕΑΕΚ τώρα από το ΕΣΠΑ), με διακινούμενα ανεξέλεγκτα, ερωτηματολόγια που η μοναδική τους εγχώρια (γιατί για διεθνή ούτε κουβέντα) επιστημονική καταξίωση είναι να αποτελούν βιβλιογραφία για τα βοηθήματα των εξετάσεων του ΑΣΕΠ.